Reviews/Κριτικές

“Georgiadou does not hesitate to break the cocoon of uniformity and modern morbidity with bold expressive combinations that do not hide and do not self-censor themselves. Bypassing the commonly accepted, her writing puts its own stamp, whether it is small experiential moments with a surreal hue, or accurate depictions of the fluidity of the senses and the ambiguity of emotions.

In the forty short stories, the radical titles, combined with eccentric content, grotesque erotic snapshots and self-sarcastic family accounts, confirm that the tragic is the disguised self of the hilarious.”

Chryssa Fanti, Michel Fais (ed.)
Greek National Newspaper EFSYN, Literary Supplement “Open Book”, 29-30 May 2021

 

“Η Γεωργιάδου δεν διστάζει να σπάσει το κουκούλι της ομοιομορφίας και της σύγχρονης νοσηρότητας, με τολμηρούς εκφραστικούς συνδυασμούς, που δεν αποσιωπούν και δεν αυτολογοκρίνονται. Παρακάμπτοντας το κοινώς παραδεδομένο, η πένα της βάζει τη δική της σφραγίδα, είτε πρόκειται για μικρά βιωματικά στιγμιότυπα με υπερρεαλιστική χροιά, είτε για ακριβείς απεικονίσεις του ρευστού των αισθήσεων και του αμφίρροπου των συναισθημάτων.

Στα σαράντα, ολιγοσέλιδα διηγήματα της συλλογής, οι ριζοσπαστικοί τίτλοι (Lasic, 141 Lumen, Λασκάρανε τα ράμματα, Ο αποκλειστικός γαμέτης της, Ο μετρονόμος των οργασμών της, Οι σκορπιοί είναι σκόρπιοι, Βλαφθέν, Σκέρτινγκ, Εσωκίνηση, Το πεθανατάν του Πενθεθέμ, κ.ά.), σε συνδυασμό με το έκκεντρο περιεχόμενο, τις πτώσεις και τις εξάρσεις, τα γκροτέσκο ερωτικά ενσταντανέ και τους αυτοσαρκαστικούς οικογενειακούς απολογισμούς, επιβεβαιώνουν ότι το τραγικό είναι ο μασκαρεμένος εαυτός του ευτράπελου”.
Χρύσα Φάντη, επιμ. Μισέλ Φάις
Εφημερίδα των Συντακτών, Ανοιχτό Βιβλίο, 29-30 Μαΐου 2021


Αισθαντικά διηγήματα, πότε πότε σκληρά, γύρω από το ψυχικό τραύμα. Επίσης ένα σχόλιο πάνω στη γραφή και τα πάθη της. Οι πρωταγωνιστές των ιστοριών συνομιλούν με την απώλεια, τη φθορά, την εξάρτηση και πολλά άλλα. Προβλήματα που καταδιώκουν τον σύγχρονο άνθρωπο. Η συγγραφέας κινείται στον μεταιχμιακό χώρο μεταξύ της συμφιλίωσης με τον εαυτό και στο τραυματικό βίωμα. Σαράντα τον αριθμό μικροδιηγήματα, σπαρμένα σε όλη την γκάμα της ψυχικής συμπεριφοράς.
Νίκος Κουρμουλής, Κριτικός Λογοτεχνίας
Τα Νέα Σαββατοκύριακο, Βιβλιοδρόμιο, 19-20 Δεκεμβρίου 2020
Ιn.gr, The Good Life: Ποια βιβλία αξίζει να διαβάσουμε αυτήν την εποχή – Οι κυριότερες προτάσεις

Υπάρχει μπροστά μας ένα γνήσιο λογοτεχνικό ταλέντο, με έναν λόγο τελείως προσωπικό και παλλόμενο από μεστά νοήματα γύρω από την καθημερινότητα. Αλλά ξέρουμε καλά πόσο δύσκολο είναι η καθημερινότητα να γίνεται γραπτό έργο τέχνης. Και αυτή η συγγραφέας το πετυχαίνει αβίαστα.
Νότης Κατσέλης, Επιμελητής

Τα διηγήματα της Γεωργιάδου είναι ατμοσφαιρικά, με μέτρο και τόνο σαν μουσική. Σολίστας είναι η ιδιαίτερη γλώσσα που γράφει. Μου ξύπνησαν μια νεοϋορκέζικη ανάμνησή μου αυτά τα πεζά· μια νεοϋορκέζικη ανάμνηση που ποτέ δεν είχα. 
Είναι από τις λίγες Ελληνίδες συγγραφείς που, πριν εκδοθεί το πρώτο της βιβλίο στην Ελλάδα, διήγημά της μεταφράστηκε στα ισπανικά, αποτέλεσε μέρος μεταπτυχιακής διατριβής και δημοσιεύτηκε σε ακαδημαϊκό περιοδικό στο Κέντρο Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Χιλής, ενώ συμπεριλήφθηκε και σε συλλογικό τόμο σύγχρονου ελληνικού μικροδιηγήματος στην Ισπανία.
Η γλωσσοπλαστική ικανότητα της συγγραφέως συναρπάζει ακόμα και τον πιο αδιάφορο αναγνώστη και οι ιστορίες της είναι σαν να έχει κοιτάξει από τη χαραμάδα της ζωής μας και τις αφηγείται με τον δικό της τρόπο. Οι λέξεις της είναι νότες σε μια παρτιτούρα μελωδίας που άλλες φορές νομίζουμε ότι την ξέρουμε αυτήν τη μελωδία και άλλες φορές μας είναι παντελώς άγνωστη και μας ξαφνιάζει.
Παναγιώτης Σταυρόπουλος, Μουσικός

Τα πεζά της Γεωργιάδου πολλές φορές μου δίνουν την αίσθηση που είχα όταν διάβαζα Μπορίς Βιαν και τον Αφρό των Ημερών. Ο κόσμος άλλαζε ανάλογα με την υποκειμενική κατάσταση του πρωταγωνιστή. Δεν έβλεπε τον κόσμο αλλιώς. Ο κόσμος άλλαζε. Με τις λέξεις και τις εικόνες της, η Γεωργιάδου κάνει το ίδιο. Αλλάζει τον κόσμο. Δεν τον βλέπει αλλιώς. Είναι αλλιώς.
Η Γεωργιάδου κάνει κάτι ρηξικέλευθο, σπάει την φόρμα, αλλά με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Θα μπορούσα να το περιγράψω με μία μουσική αναλογία. Ο Μότσαρτ και ο Μπετόβεν είναι πολύ διαφορετικοί συνθέτες αλλά χρησιμοποιούν αρκετά κοινή ενορχηστρωτική τεχνική. Θα μπορούσαν να συγχέονται ο ένας με τον άλλον, καθώς χρησιμοποιούν την ορχήστρα με τον ίδιο τρόπο και οι τρόποι που αναπτύσσουν το θέμα τους είναι παραπλήσιου ύφους. Η θεμελιώδης διαφορά τους, όμως, είναι ότι ο Μότσαρτ συνθέτει μελωδίες που τις ντύνει με τους κανόνες της αρμονίας και φτιάχνει μια συμφωνία, ενώ ο Μπετόβεν συνθέτει αφηρημένες δομές στον χώρο, είναι αρχιτέκτονας που προσπαθεί να κατεβάσει τα σχήματα σε ήχους, σπάει τη φόρμα αλλά με τον τρόπο της αρμονίας, όχι με τον τρόπο των μεταγενέστερων όπως ο Στραβίνσκι που σπάει τους κανόνες της αρμονίας. Ο Μότσαρτ χτυπάει στο συναίσθημα, ενώ ο Μπετόβεν ποντάρει στο πνεύμα, για αυτό και συνέθετε πολύπλοκα ρυθμικά σχήματα που συμπλέκονται. Αν χάσεις την παρακολούθηση του πως συμπλέκονται έχεις χάσει το μισό έργο. Κάπως έτσι γράφει η Γεωργιάδου. Πίσω από τις σπασμένες λέξεις της κρύβεται σε δεύτερο χρόνο ένας ρυθμός που αποκαλύπτει την σύνθεση κι αυτό το βρίσκω ρηξικέλευθο και παρουσιάζεται για πρώτη φορά.
Μιχάλης Καλπαξόγλου, Διευθυντής Μοριακής Έρευνας, Νέα Υόρκη

Λοιπόν εδώ έχουμε μια περίπτωση πάλης. Τι πάλης; Το συγκεκριμένο διήγημα (Καλάνδρα, Books’ Journal, τεύχος 99, Ιούνιος 2019) είναι χαρακτηριστική περίπτωση πάλης των λέξεων με τις σκέψεις. Της έμπνευσης και του οίστρου της στιγμής από τη μία, και της διαβούλευσης και του σχεδιασμού από την άλλη. Η συγγραφέας καβαλάει τις λέξεις και όποιον πάρει ο χάρος ή υπάρχει και κάτι άλλο από πίσω; Προσέξτε ότι μέσα στο κείμενο αναφέρεται μέχρι και η γάτα του Σρέντινγκερ. «Γίνομαι η γάτα του Σρέντινγκερ […]», γράφει η Γεωργιάδου για να αποτυπώσει τη σύζευξη και συνύπαρξη ύπνου και νωχελικής εγρήγορσης στην παραλία – αυτό το μεταιχμιακό παλαντζάρισμα. Αντιλαμβάνεται άραγε η συγγραφέας την ειρωνεία τής αναφοράς ως προς την ίδια και τα συστατικά τού διηγήματός της; Αντιλαμβάνεται την αμφισβήτηση αλλά και την αμφισημία που προσδίδει η αναφορά στο ίδιο της το χάρισμα; «Είμαι και λέξεις και σκέψεις, όχι μόνο μέχρι να με διαβάσετε αλλά και μετά», φαίνεται να μας λέει η Γεωργιάδου που πετάει το μπαλάκι σε εμάς, τους αναγνώστες, για να αποφασίσουμε. Το αποτέλεσμα, ό,τι κι αν αποφανθούμε τελικά, είναι πολύ καλό και αξίζει προσοχής.
Αλέξανδρος Ζωγραφάκης